Αξιοπρέπεια… παρά 1€

Γράφει ο Γιώργος Ρουσόπουλος
Κι έρχονται και κάτι στιγμές που η ζωή έχει κέφια στην... ‘’σκηνοθεσία’’.
Μεσημέρι καθημερινής σε αίθουσα τράπεζας με δύο ξεχωριστά διπλανά δωμάτια -
γραφεία και μια υπάλληλο στο καθένα κι ακριβώς απέναντι σε μικρή απόσταση μερικά καθίσματα. Κάθομαι κάπου στη μέση και παρατηρώ την παράλληλη δραστηριότητα σαν να παρακολουθώ τηλεόραση με δύο άσχετα μεταξύ τους ‘’παράθυρα’’.
Αριστερά όπως κοιτάζω, ένας ηλικιωμένος άντρας – σίγουρα πάνω από εβδομήντα ετών, συζητά για την απόδοση της κλειστής κατάθεσης που ετοιμάζεται να κάνει. Η υπάλληλος του εξηγεί πως μετά το τετράμηνο και με τον τόκο που αναλογεί, τα χρήματά του θα φτάσουν στο ύψος των επτακοσίων χιλιάδων ευρώ. Όλα καλά ως εδώ, καθώς με κάποια προσπάθεια παρακάμπτω μέσα μου τους δύο ‘’σκοπέλους’’ στους οποίους εύκολα μπορεί η σκέψη κάποιου να ‘’τρακάρει’’ σε τέτοιες περιπτώσεις.
Ο πρώτος έχει να κάνει με τον συνδυασμό ευμάρειας και προχωρημένης ηλικίας. Σύμφωνοι, όλοι θα θέλαμε να είμαστε είκοσι κάτι ετών και να είχαμε πολύ χρήμα διαθέσιμο ώστε να κάνουμε… τα πάντα - αν και πολύ πιθανό είναι πως στην περίπτωση αυτή και λόγω ανωριμότητας της ηλικίας θα κινδυνεύαμε να καταλήξουμε σαν κι αυτά τα αλαζονικά πλουσιόπαιδα που αυτοδικαιώνουν την ματαιοδοξία τους ανεβάζοντας στο διαδίκτυο φωτογραφίες με τα υπερπολυτελή αυτοκίνητα, σκάφη και σπίτια τους. Ανεξαρτήτως ηλικίας πάντως, ισχύει πως σε μια πολιτισμένη κοινωνία ΔΕΝ σκοτώνουν τα άλογα όταν αυτά γεράσουν. Με άλλα λόγια, το δικαίωμα κάποιου να έχει χρήμα – και πολύ χρήμα μάλιστα - στην τσέπη του δεν μειώνεται με τον “συνωστισμό” των χρόνων στην πλάτη του.
Ο δεύτερος σκόπελος μοιάζει να έχει σύσταση από πιο ευγενές – αλτρουιστικό πέτρωμα και αναφέρεται στην άνιση - άρα άδικη; - κατανομή του πλούτου. Ωστόσο, κι εφόσον μιλάμε πάντοτε για νόμιμα αποκτημένο χρήμα, γνώμη μου είναι πως η ανισότητα της οικονομικής δύναμης μέσα στην κοινωνία σχετίζεται κατά κύριο λόγο με την ίδια την ανθρώπινη φύση. Όσο κι αν μοιάζουν μεταξύ τους τα δάχτυλα δεν θα είναι ποτέ ίσα απέναντι στο χρήμα. Φυσικά και δεν υποστηρίζω μοιρολατρικά την αποδοχή της ανισότητας που μπορεί το οποιοδήποτε πολιτικό σύστημα να γεννά και να κουβαλά ως σύμπτωμα, όμως για μένα το θέμα εδώ δεν είναι με την στενή έννοια πολιτικό. Όπως είπα έχει να κάνει με την ίδια την ανθρώπινη φύση. Σε οποιαδήποτε μορφή οργάνωσης της κοινωνίας, από την πρωτόγονη ομάδα έως και την σημερινή ‘’ζούγκλα’’ σε κάθε άνθρωπο αναλογούσε και αναλογεί ένας και μόνο ρόλος. Κάποιος πάντοτε αποσκοπούσε στο να είναι ‘’αρχηγός’’ και κάποιος πάντα προτιμούσε να είναι καλλιτέχνης. Κάποιος πάντοτε ονειρευόταν και κυνηγούσε πλούτη την ίδια στιγμή που κάποιος άλλος επέλεγε συνειδητά την οδό της ακτημοσύνης. Εκτός αυτού, πέραν της στάσης που μπορεί να επιλέξει κάποιος να έχει απέναντι στον πλούτο υπάρχουν πάντα και οι αστάθμητοι παράγοντες (τόπος, χρονική συγκυρία, οικονομική επιφάνεια οικογενειακού περιβάλλοντος, διαφορετικά επαγγέλματα κ.α) που στην πράξη διαφοροποιούν τους ανθρώπους ως προς την οικονομική δύναμη θέλοντας και μη.
Επί προσωπικού πάντως και σε σχέση με τα παραπάνω, σε καμία περίπτωση δεν επιθυμώ να προσποιηθώ τον… ‘’υπεράνω’’. Όπως άλλωστε άφησα να εννοηθεί πριν, χρειάστηκε λίγη προσπάθεια εκείνη την ώρα για να μην μπω σε… κακές σκέψεις. Για να ξεπερνάω λοιπόν σκοπέλους όπως τους ανωτέρω συνηθίζω να απευθύνομαι στους φιλοσόφους και γενικώς στην σοφία – ανθρώπινη και μη. Εδώ, χτύπησα την ‘’πόρτα’’ του Σενέκα.
Ο Σενέκας, στωικός φιλόσοφος πλούσιος σε πνεύμα αλλά και σε υλικά αγαθά, έγραψε κάποτε πως κανένα πραγματικό αγαθό δεν δοκιμάζεται από το μέγεθός του. Στο θέμα μας και σε ελεύθερη προσαρμογή του λόγου του σκέφτηκα πως το χρήμα, όσο χρήσιμο κι αν είναι, δεν είναι στην ουσία του αξιοζήλευτο ‘’αγαθό’’- υπό το πρίσμα του προσανατολισμού στη ζωή - αφού όπως ήδη είδαμε τα πολλά χρήματα μπορεί να οδηγήσουν κάποιον στην αντικειμενικά καταδικαστέα ξιπασιά ενώ τα καθόλου στον υποκειμενικό σκοπό της ζωής.
Επιστροφή στο σκηνικό… στην μικρή αίθουσα της τράπεζας. Παίρνω γρήγορα το μυαλό μου από τον κύριο των επτακοσίων χιλιάδων ευρώ και το αφήνω να ταξιδέψει σε άσχετες σκέψεις, καθημερινές κι ανούσιες, όμως εντελώς δικές μου γι αυτό και πιο ουσιαστικές. Μετά από λίγο όμως πλησιάζει και κάθεται στην διπλανή μου θέση ένας νεαρός που έως τότε στεκόταν παράμερα. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν τον έχω παρατηρήσει – φανταστείτε με στην παρατηρητικότητα ως το αντίθετο του Σέρλοκ Χόλμς, όχι από διάθεση να αγνοώ τους γύρω μου αλλά επειδή σε περιστάσεις σαν και αυτή που περιγράφω ο μόνος άνθρωπος που κατά τη γνώμη μου υπάρχει κάποια ουσία να γνωρίζω είναι ο ‘’πριν από εμένα’’. Όλοι οι άλλοι είναι απλά μορφές στον χώρο. Σύντομα, ο νεαρός με αναγκάζει να τον παρατηρήσω καθώς γυρίζει και με ρωτάει κάτι. Και λέω με αναγκάζει όχι επειδή οι στοιχειώδεις κανόνες επικοινωνίας μεταξύ ανθρώπων μου υπαγορεύουν να γυρίσω να τον κοιτάξω για να του απαντήσω αλλά επειδή ο τρόπος που με ρωτά είναι πραγματικά ευγενικός – όχι ξύλινος και τυπικός αλλά στην ουσία του ευγενικός. Την ώρα που του απαντώ πως «όχι, άλλο πράγμα είναι ο ΑΦΜ και άλλο το ΑΜΚΑ» (ναι, περί αυτού ήταν η ερώτηση), βλέπω για πρώτη φορά την εικόνα της μέχρι πριν λίγο μορφής ανάμεσα στις μορφές. Γύρω στα εικοσιπέντε, αρκετά ατημέλητος, όχι μόνο στο ντύσιμο αλλά και στο πρόσωπο (μαλλιά, γένια…). Ένας τύπος ίσως από εκείνους που όταν διασταυρωνόμαστε όλοι εμείς οι ‘’καθώς πρέπει’’ στο δρόμο μαζί τους μπορεί και να περνάει από το μυαλό μας το ‘’ ας μην περάσω και πολύ κοντά του’’… Αμέσως ακολουθεί μια γεμάτη αγωνία δεύτερη ερώτηση για μια κατάθεση που του έγινε από την επαρχία και που όμως δεν φαίνεται στον λογαριασμό του. Του εξηγώ πως σε κάποιες από τις περιπτώσεις των καταθέσεων που γίνονται ηλεκτρονικά χρειάζονται δύο ή και τρείς ημέρες ώσπου τα χρήματα να περαστούν στον αποδέκτη. Πιάνω αμέσως τον εαυτό μου να χαίρεται, όχι τόσο με το ότι μια άχρηστη πληροφορία κάπου καταχωνιασμένη στον εγκέφαλό μου γίνεται ξαφνικά χρήσιμη για κάποιον συνάνθρωπό μου αλλά με το ότι αντιλαμβάνομαι πως μάλλον έχω δίπλα μου έναν άνθρωπο που δεν φοβάται να πει σε κάποιον άγνωστο την αλήθεια του που δεν είναι άλλη από το ‘’συγγνώμη αλλά έχω πλήρη άγνοια, δεν ξέρω αν πνίγομαι σε μια θάλασσα ή σε μια κουταλιά νερό, δεν με ενδιαφέρει αν φαίνομαι καθόλου, λίγο ή πολύ κουτός στα μάτια σου αλλά σου ζητώ να με βοηθήσεις αν έχεις την καλοσύνη, προτού έρθει η ώρα της Κρίσης, δηλαδή η ώρα που θα βρεθώ αντιμέτωπος με την υπάλληλο της τράπεζας και εκτεθώ’’. Ανοίγω εδώ μια απαραίτητη παρένθεση για να πω πως και οι δύο συγκεκριμένες υπάλληλοι αποδείχθηκαν καθ’ όλα εξαιρετικές στην συμπεριφορά και στην εξυπηρέτηση, ωστόσο η γενικότερη εμπειρία όλων μας, κυρίως όταν μιλάμε για συνδιαλλαγές με το δημόσιο, έρχεται να δικαιώσει δυστυχώς την ανησυχία του εν λόγω νεαρού – όμως αυτό είναι ένα άλλο θέμα, μεγάλο άλλα ξένο με την κεντρική ιδέα αυτού του κειμένου…
Χαίρομαι λοιπόν που δίπλα μου κάθεται ένας ευγενικός νέος άνθρωπος και αναρωτιέμαι αν είναι σπάνιος περισσότερο επειδή είναι ευγενής ή μήπως επειδή δεν δηλώνει να γεννήθηκε πάνσοφος επί παντός επιστητού, όπως κάνουν πολλοί συνάνθρωποί μου σήμερα…
Σύντομα, τη σκέψη μου διακόπτει μια κάποια κινητικότητα στο αριστερό παράθυρο – συγγνώμη, γραφείο ήθελα να πω. Ο κύριος με την κλειστή κατάθεση έχεις μόλις ολοκληρώσει τα της υπόθεσής του και έχει σηκωθεί για να ξεμουδιάσει; προτού αποχωρήσει. Καθότι η μικρή συζήτηση με τον διπλανό μου έχει βγάλει την παρατηρητικότητά μου από τον λήθαργό της παρατηρώ μοιραία τον όρθιο και κορδωμένο αυτόν άνθρωπο απέναντι αριστερά. Αμέσως αισθάνομαι πως κάτι δεν μου δένει σωστά. Σκέφτομαι πως μάλλον είναι το κάπως αλαζονικό στήσιμό του απέναντι στην υπάλληλο, που όπως μάλιστα είπα τυγχάνει και γυναίκα – δεν νομίζω πως αρμόζει σε έναν κύριο να τεντώνεται με ανοιχτά τα πόδια και με ολίγον κατεβασμένο παντελόνι (έτσι που να νομίζεις πως μόλις έχει κάνει την ανάγκη του πάνω του) μπροστά σε μία κυρία. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Το σακάκι που φοράει είναι αρκετά νεανικό και ακόμη περισσότερο τα μαύρα αθλητικά παπούτσια του παραπέμπουν σε μιαν άλλη, μακρινή πια ηλικία. Απαραίτητο εδώ να πω ότι είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θα κρίνει τον οποιονδήποτε από το ντύσιμό του – συνήθως μου περνά και εντελώς απαρατήρητο. Αυτό που επεσήμανα εκείνη τη στιγμή όμως, και επιθυμώ να αποτυπώσω εδώ, είναι η ‘’πρόθεση’’ του ντυσίματος, το κίνητρο της επιλογής των συγκεκριμένων αξεσουάρ. Δεν θα σας κουράσω με την ακολουθία των σκέψεων που μου προκάλεσε η εν γένει εικόνα αυτού του ανθρώπου αλλά θα προχωρήσω στο τέλος τους, δηλαδή στο συμπέρασμα. Και αυτό δεν ήταν άλλο από την γλοιώδη ψευδαίσθηση αυτού του άνδρα πως τα χρήματά του ήταν ικανά να του ‘’αγοράσουν’’ (μέχρι και) νιάτα. Η μορφή απέναντι αριστερά λοιπόν, ξεχείλιζε από έλλειψη αυτοσεβασμού, έλλειψη σεβασμού προς την ανθρώπινη φύση και συνεπακόλουθα από έλλειψη σεβασμού προς τους γύρω. Ίσως να ακούγονται υπερβολικά όλα αυτά, αλλά ξέρετε είναι κάποιες λεπτομέρειες στην συμπεριφορά κάθε ανθρώπου που εύκολα μπορούν να τον χαρακτηρίσουν, ιδίως δε όταν καταφέρει να ‘’μπει στο μάτι’’ ενός όχι κακοπροαίρετου παρατηρητή.
Εν συνεχεία, και ολοκληρώνοντας την παράσταση με τίτλο “Έχω πολύ χρήμα και η τράπεζα είναι δική μου” ο νεανίζων κύριος απασχόλησε για λίγη ακόμη ώρα την υπάλληλο που τον εξυπηρέτησε με κουβέντα ”περί ανέμων και υδάτων” – λες και δεν περίμενε κανείς έξω, βγήκε από το γραφείο, χαιρέτησε και την υπάλληλο του άλλου γραφείου – λες και ούτε αυτή η υπάλληλος είχε δουλειά εκείνη την ώρα, και απεχώρησε θριαμβευτικά…
Ομολογώ πάντως πως τίποτα από όλα όσα έχετε διαβάσει έως τώρα δεν θα είχε γραφτεί εάν δεν είχε ακολουθήσει το εξής περιστατικό:
Λίγα λεπτά αργότερα, όταν και άδειασε το γραφείο δεξιά, ο νεαρός δίπλα μου σηκώθηκε καθώς είχε φτάσει η σειρά του. Προτού προχωρήσει προς στο γραφείο μάλιστα, γύρισε και με ευχαρίστησε για τη βοήθεια που θεώρησε ότι του έδωσα. Στη συνέχεια - όχι από περιέργεια αλλά επειδή ο χώρος ήταν αρκετά ήσυχος και επειδή η υπάλληλος της τράπεζας ήταν αναλυτική και είχε διάθεση να βοηθήσει και να προτείνει – άκουσα τις λεπτομέρειες του ‘’προβλήματος’’. «Κοιτάξτε» του είπε… «η κατάθεση που σας έγινε ήταν 23€, μείον 3€ η προμήθεια άρα 20€. Στον λογαριασμό σας είχατε 19€, συν τα 20, σύνολο 39€. Αφού θέλετε να τα πάρετε όλα αλλά βιβλιάριο δεν έχετε τότε θα πρέπει να πάτε σε κάποιο ταμείο, να καταθέσετε 1€ και μετά να πάτε σε κάποιο ATM για να τα πάρετε και τα 40€. Νομίζω πως στο ένα από τα δύο δικά μας ATM έχει εικοσάευρα σήμερα».
Έσκυψα αμήχανα το κεφάλι και άφησα το μυαλό μου να περιπλανηθεί σε μια άλλη εποχή, στην Αθήνα του 5ου π.Χ αιώνα. Εκεί “είδα” εύπορους Αθηναίους να γίνονται χορηγοί και να καλύπτουν όλα τα έξοδα για τη διοργάνωση δραματικών αγώνων στο θέατρο, ή σε άλλες περιπτώσεις να χρηματοδοτούν την κατασκευή τριηρών – όλα αυτά για το κοινό καλό με τιμητικό αντάλλαγμα την κοινωνική καταξίωση. Μια κοινωνία στην οποία αυτοί που είχαν πολλά ενίσχυαν αυτούς που είχαν λίγα, και αισθάνονταν περηφάνια για αυτό. «Πώς τα αναποδογυρίσαμε όλα σήμερα;» σκέφτηκα «ώστε με κάθε τρόπο να ενισχύουμε αυτούς με τα πολλά και να απομυζούμε αυτούς με τα λίγα – για το κοινό καλό πάντα…»
Τις σκέψεις μου τις διέκοψε μετά από λίγο ο συγκεκριμένος νεαρός, ο οποίος βγαίνοντας από το γραφείο ξαναήρθε κοντά μου – αν και δεν ήμουν στον δρόμο του για την έξοδο από τη μικρή αίθουσα – με χαιρέτησε δια χειραψίας, με ευχαρίστησε πάλι και μου ευχήθηκε καλές γιορτές {το περιστατικό έλαβε χώρα στα μέσα Δεκεμβρίου}. Σηκώθηκα από την θέση μου για να τον χαιρετήσω και σκέφτηκα πως άξιζε όλον τον σεβασμό μου.
Δέκα λεπτά μετά, όταν και εγώ πήρα το δρόμο για την έξοδο από την τράπεζα, πέρασα αναγκαστικά από την άλλη αίθουσα – αυτή με τα ταμεία. Δεν γύρισα να κοιτάξω από ντροπή. Γιατί σκέφτηκα ότι εκεί περίμενε ένας άνθρωπος (με ποιος ξέρει πόσους μπροστά του) για να πάει να καταθέσει 1€. Και δεν ήταν η δική του αξιοπρέπεια που πληγόταν εκείνη την ώρα αλλά η δική μου και όλων των άλλων γύρω – έστω και ερήμην τους.
Αξιοπρέπεια. Έννοια υποτιμημένη ή πιο σωστά ξεχασμένη στην εποχή του ατομισμού και σπρωγμένη σαν ενοχλητικό σκουπιδάκι κάτω από το χαλάκι των οικονομικών δεικτών η αξιοπρέπεια. Έσφαλε άραγε ο Χατζιδάκις που την θεωρούσε ανώτερη ακόμα και από την ελευθερία;
“’Και τι να γίνει;’’ θα αναρωτηθεί κανείς. Μήπως - λέω μήπως - έτσι για να αρχίζαμε από κάπου, να ξανασκεφτούν κάποιοι ότι είναι άδικο να κρατάς 3€ από μια μικρή κατάθεση την ώρα που ως τραπεζικό σύστημα γενναιόδωρα παραφουσκώνεις τον ήδη φουσκωμένο λογαριασμό κάποιου άλλου; Θα ήταν μεγάλο το κακό αν σε αυτόν τον κάποιον άλλο απέδιδες 699.997€ αντί για 700.000 και δεν κρατούσες παράλληλα ούτε 1€ από μια κατάθεση π.χ. κάτω των 100€;
Βγήκα από την τράπεζα και γύρισα στο ‘’περίπου’’ να βρω την Ακρόπολη, μάλλον από ανησυχία μην και δεν στέκει πια εκεί. Τα μάτια μου πλημμύρισαν από σύγχρονο μπετόν… μόνο…

Γράφει ο Γιώργος Ρουσόπουλος
Κι έρχονται και κάτι στιγμές που η ζωή έχει κέφια στην... ‘’σκηνοθεσία’’.
Μεσημέρι καθημερινής σε αίθουσα τράπεζας με δύο ξεχωριστά διπλανά δωμάτια -
γραφεία και μια υπάλληλο στο καθένα κι ακριβώς απέναντι σε μικρή απόσταση μερικά καθίσματα. Κάθομαι κάπου στη μέση και παρατηρώ την παράλληλη δραστηριότητα σαν να παρακολουθώ τηλεόραση με δύο άσχετα μεταξύ τους ‘’παράθυρα’’.
Αριστερά όπως κοιτάζω, ένας ηλικιωμένος άντρας – σίγουρα πάνω από εβδομήντα ετών, συζητά για την απόδοση της κλειστής κατάθεσης που ετοιμάζεται να κάνει. Η υπάλληλος του εξηγεί πως μετά το τετράμηνο και με τον τόκο που αναλογεί, τα χρήματά του θα φτάσουν στο ύψος των επτακοσίων χιλιάδων ευρώ. Όλα καλά ως εδώ, καθώς με κάποια προσπάθεια παρακάμπτω μέσα μου τους δύο ‘’σκοπέλους’’ στους οποίους εύκολα μπορεί η σκέψη κάποιου να ‘’τρακάρει’’ σε τέτοιες περιπτώσεις.
Ο πρώτος έχει να κάνει με τον συνδυασμό ευμάρειας και προχωρημένης ηλικίας. Σύμφωνοι, όλοι θα θέλαμε να είμαστε είκοσι κάτι ετών και να είχαμε πολύ χρήμα διαθέσιμο ώστε να κάνουμε… τα πάντα - αν και πολύ πιθανό είναι πως στην περίπτωση αυτή και λόγω ανωριμότητας της ηλικίας θα κινδυνεύαμε να καταλήξουμε σαν κι αυτά τα αλαζονικά πλουσιόπαιδα που αυτοδικαιώνουν την ματαιοδοξία τους ανεβάζοντας στο διαδίκτυο φωτογραφίες με τα υπερπολυτελή αυτοκίνητα, σκάφη και σπίτια τους. Ανεξαρτήτως ηλικίας πάντως, ισχύει πως σε μια πολιτισμένη κοινωνία ΔΕΝ σκοτώνουν τα άλογα όταν αυτά γεράσουν. Με άλλα λόγια, το δικαίωμα κάποιου να έχει χρήμα – και πολύ χρήμα μάλιστα - στην τσέπη του δεν μειώνεται με τον “συνωστισμό” των χρόνων στην πλάτη του.
Ο δεύτερος σκόπελος μοιάζει να έχει σύσταση από πιο ευγενές – αλτρουιστικό πέτρωμα και αναφέρεται στην άνιση - άρα άδικη; - κατανομή του πλούτου. Ωστόσο, κι εφόσον μιλάμε πάντοτε για νόμιμα αποκτημένο χρήμα, γνώμη μου είναι πως η ανισότητα της οικονομικής δύναμης μέσα στην κοινωνία σχετίζεται κατά κύριο λόγο με την ίδια την ανθρώπινη φύση. Όσο κι αν μοιάζουν μεταξύ τους τα δάχτυλα δεν θα είναι ποτέ ίσα απέναντι στο χρήμα. Φυσικά και δεν υποστηρίζω μοιρολατρικά την αποδοχή της ανισότητας που μπορεί το οποιοδήποτε πολιτικό σύστημα να γεννά και να κουβαλά ως σύμπτωμα, όμως για μένα το θέμα εδώ δεν είναι με την στενή έννοια πολιτικό. Όπως είπα έχει να κάνει με την ίδια την ανθρώπινη φύση. Σε οποιαδήποτε μορφή οργάνωσης της κοινωνίας, από την πρωτόγονη ομάδα έως και την σημερινή ‘’ζούγκλα’’ σε κάθε άνθρωπο αναλογούσε και αναλογεί ένας και μόνο ρόλος. Κάποιος πάντοτε αποσκοπούσε στο να είναι ‘’αρχηγός’’ και κάποιος πάντα προτιμούσε να είναι καλλιτέχνης. Κάποιος πάντοτε ονειρευόταν και κυνηγούσε πλούτη την ίδια στιγμή που κάποιος άλλος επέλεγε συνειδητά την οδό της ακτημοσύνης. Εκτός αυτού, πέραν της στάσης που μπορεί να επιλέξει κάποιος να έχει απέναντι στον πλούτο υπάρχουν πάντα και οι αστάθμητοι παράγοντες (τόπος, χρονική συγκυρία, οικονομική επιφάνεια οικογενειακού περιβάλλοντος, διαφορετικά επαγγέλματα κ.α) που στην πράξη διαφοροποιούν τους ανθρώπους ως προς την οικονομική δύναμη θέλοντας και μη.
Επί προσωπικού πάντως και σε σχέση με τα παραπάνω, σε καμία περίπτωση δεν επιθυμώ να προσποιηθώ τον… ‘’υπεράνω’’. Όπως άλλωστε άφησα να εννοηθεί πριν, χρειάστηκε λίγη προσπάθεια εκείνη την ώρα για να μην μπω σε… κακές σκέψεις. Για να ξεπερνάω λοιπόν σκοπέλους όπως τους ανωτέρω συνηθίζω να απευθύνομαι στους φιλοσόφους και γενικώς στην σοφία – ανθρώπινη και μη. Εδώ, χτύπησα την ‘’πόρτα’’ του Σενέκα.
Ο Σενέκας, στωικός φιλόσοφος πλούσιος σε πνεύμα αλλά και σε υλικά αγαθά, έγραψε κάποτε πως κανένα πραγματικό αγαθό δεν δοκιμάζεται από το μέγεθός του. Στο θέμα μας και σε ελεύθερη προσαρμογή του λόγου του σκέφτηκα πως το χρήμα, όσο χρήσιμο κι αν είναι, δεν είναι στην ουσία του αξιοζήλευτο ‘’αγαθό’’- υπό το πρίσμα του προσανατολισμού στη ζωή - αφού όπως ήδη είδαμε τα πολλά χρήματα μπορεί να οδηγήσουν κάποιον στην αντικειμενικά καταδικαστέα ξιπασιά ενώ τα καθόλου στον υποκειμενικό σκοπό της ζωής.
Επιστροφή στο σκηνικό… στην μικρή αίθουσα της τράπεζας. Παίρνω γρήγορα το μυαλό μου από τον κύριο των επτακοσίων χιλιάδων ευρώ και το αφήνω να ταξιδέψει σε άσχετες σκέψεις, καθημερινές κι ανούσιες, όμως εντελώς δικές μου γι αυτό και πιο ουσιαστικές. Μετά από λίγο όμως πλησιάζει και κάθεται στην διπλανή μου θέση ένας νεαρός που έως τότε στεκόταν παράμερα. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν τον έχω παρατηρήσει – φανταστείτε με στην παρατηρητικότητα ως το αντίθετο του Σέρλοκ Χόλμς, όχι από διάθεση να αγνοώ τους γύρω μου αλλά επειδή σε περιστάσεις σαν και αυτή που περιγράφω ο μόνος άνθρωπος που κατά τη γνώμη μου υπάρχει κάποια ουσία να γνωρίζω είναι ο ‘’πριν από εμένα’’. Όλοι οι άλλοι είναι απλά μορφές στον χώρο. Σύντομα, ο νεαρός με αναγκάζει να τον παρατηρήσω καθώς γυρίζει και με ρωτάει κάτι. Και λέω με αναγκάζει όχι επειδή οι στοιχειώδεις κανόνες επικοινωνίας μεταξύ ανθρώπων μου υπαγορεύουν να γυρίσω να τον κοιτάξω για να του απαντήσω αλλά επειδή ο τρόπος που με ρωτά είναι πραγματικά ευγενικός – όχι ξύλινος και τυπικός αλλά στην ουσία του ευγενικός. Την ώρα που του απαντώ πως «όχι, άλλο πράγμα είναι ο ΑΦΜ και άλλο το ΑΜΚΑ» (ναι, περί αυτού ήταν η ερώτηση), βλέπω για πρώτη φορά την εικόνα της μέχρι πριν λίγο μορφής ανάμεσα στις μορφές. Γύρω στα εικοσιπέντε, αρκετά ατημέλητος, όχι μόνο στο ντύσιμο αλλά και στο πρόσωπο (μαλλιά, γένια…). Ένας τύπος ίσως από εκείνους που όταν διασταυρωνόμαστε όλοι εμείς οι ‘’καθώς πρέπει’’ στο δρόμο μαζί τους μπορεί και να περνάει από το μυαλό μας το ‘’ ας μην περάσω και πολύ κοντά του’’… Αμέσως ακολουθεί μια γεμάτη αγωνία δεύτερη ερώτηση για μια κατάθεση που του έγινε από την επαρχία και που όμως δεν φαίνεται στον λογαριασμό του. Του εξηγώ πως σε κάποιες από τις περιπτώσεις των καταθέσεων που γίνονται ηλεκτρονικά χρειάζονται δύο ή και τρείς ημέρες ώσπου τα χρήματα να περαστούν στον αποδέκτη. Πιάνω αμέσως τον εαυτό μου να χαίρεται, όχι τόσο με το ότι μια άχρηστη πληροφορία κάπου καταχωνιασμένη στον εγκέφαλό μου γίνεται ξαφνικά χρήσιμη για κάποιον συνάνθρωπό μου αλλά με το ότι αντιλαμβάνομαι πως μάλλον έχω δίπλα μου έναν άνθρωπο που δεν φοβάται να πει σε κάποιον άγνωστο την αλήθεια του που δεν είναι άλλη από το ‘’συγγνώμη αλλά έχω πλήρη άγνοια, δεν ξέρω αν πνίγομαι σε μια θάλασσα ή σε μια κουταλιά νερό, δεν με ενδιαφέρει αν φαίνομαι καθόλου, λίγο ή πολύ κουτός στα μάτια σου αλλά σου ζητώ να με βοηθήσεις αν έχεις την καλοσύνη, προτού έρθει η ώρα της Κρίσης, δηλαδή η ώρα που θα βρεθώ αντιμέτωπος με την υπάλληλο της τράπεζας και εκτεθώ’’. Ανοίγω εδώ μια απαραίτητη παρένθεση για να πω πως και οι δύο συγκεκριμένες υπάλληλοι αποδείχθηκαν καθ’ όλα εξαιρετικές στην συμπεριφορά και στην εξυπηρέτηση, ωστόσο η γενικότερη εμπειρία όλων μας, κυρίως όταν μιλάμε για συνδιαλλαγές με το δημόσιο, έρχεται να δικαιώσει δυστυχώς την ανησυχία του εν λόγω νεαρού – όμως αυτό είναι ένα άλλο θέμα, μεγάλο άλλα ξένο με την κεντρική ιδέα αυτού του κειμένου…
Χαίρομαι λοιπόν που δίπλα μου κάθεται ένας ευγενικός νέος άνθρωπος και αναρωτιέμαι αν είναι σπάνιος περισσότερο επειδή είναι ευγενής ή μήπως επειδή δεν δηλώνει να γεννήθηκε πάνσοφος επί παντός επιστητού, όπως κάνουν πολλοί συνάνθρωποί μου σήμερα…
Σύντομα, τη σκέψη μου διακόπτει μια κάποια κινητικότητα στο αριστερό παράθυρο – συγγνώμη, γραφείο ήθελα να πω. Ο κύριος με την κλειστή κατάθεση έχεις μόλις ολοκληρώσει τα της υπόθεσής του και έχει σηκωθεί για να ξεμουδιάσει; προτού αποχωρήσει. Καθότι η μικρή συζήτηση με τον διπλανό μου έχει βγάλει την παρατηρητικότητά μου από τον λήθαργό της παρατηρώ μοιραία τον όρθιο και κορδωμένο αυτόν άνθρωπο απέναντι αριστερά. Αμέσως αισθάνομαι πως κάτι δεν μου δένει σωστά. Σκέφτομαι πως μάλλον είναι το κάπως αλαζονικό στήσιμό του απέναντι στην υπάλληλο, που όπως μάλιστα είπα τυγχάνει και γυναίκα – δεν νομίζω πως αρμόζει σε έναν κύριο να τεντώνεται με ανοιχτά τα πόδια και με ολίγον κατεβασμένο παντελόνι (έτσι που να νομίζεις πως μόλις έχει κάνει την ανάγκη του πάνω του) μπροστά σε μία κυρία. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Το σακάκι που φοράει είναι αρκετά νεανικό και ακόμη περισσότερο τα μαύρα αθλητικά παπούτσια του παραπέμπουν σε μιαν άλλη, μακρινή πια ηλικία. Απαραίτητο εδώ να πω ότι είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θα κρίνει τον οποιονδήποτε από το ντύσιμό του – συνήθως μου περνά και εντελώς απαρατήρητο. Αυτό που επεσήμανα εκείνη τη στιγμή όμως, και επιθυμώ να αποτυπώσω εδώ, είναι η ‘’πρόθεση’’ του ντυσίματος, το κίνητρο της επιλογής των συγκεκριμένων αξεσουάρ. Δεν θα σας κουράσω με την ακολουθία των σκέψεων που μου προκάλεσε η εν γένει εικόνα αυτού του ανθρώπου αλλά θα προχωρήσω στο τέλος τους, δηλαδή στο συμπέρασμα. Και αυτό δεν ήταν άλλο από την γλοιώδη ψευδαίσθηση αυτού του άνδρα πως τα χρήματά του ήταν ικανά να του ‘’αγοράσουν’’ (μέχρι και) νιάτα. Η μορφή απέναντι αριστερά λοιπόν, ξεχείλιζε από έλλειψη αυτοσεβασμού, έλλειψη σεβασμού προς την ανθρώπινη φύση και συνεπακόλουθα από έλλειψη σεβασμού προς τους γύρω. Ίσως να ακούγονται υπερβολικά όλα αυτά, αλλά ξέρετε είναι κάποιες λεπτομέρειες στην συμπεριφορά κάθε ανθρώπου που εύκολα μπορούν να τον χαρακτηρίσουν, ιδίως δε όταν καταφέρει να ‘’μπει στο μάτι’’ ενός όχι κακοπροαίρετου παρατηρητή.
Εν συνεχεία, και ολοκληρώνοντας την παράσταση με τίτλο “Έχω πολύ χρήμα και η τράπεζα είναι δική μου” ο νεανίζων κύριος απασχόλησε για λίγη ακόμη ώρα την υπάλληλο που τον εξυπηρέτησε με κουβέντα ”περί ανέμων και υδάτων” – λες και δεν περίμενε κανείς έξω, βγήκε από το γραφείο, χαιρέτησε και την υπάλληλο του άλλου γραφείου – λες και ούτε αυτή η υπάλληλος είχε δουλειά εκείνη την ώρα, και απεχώρησε θριαμβευτικά…
Ομολογώ πάντως πως τίποτα από όλα όσα έχετε διαβάσει έως τώρα δεν θα είχε γραφτεί εάν δεν είχε ακολουθήσει το εξής περιστατικό:
Λίγα λεπτά αργότερα, όταν και άδειασε το γραφείο δεξιά, ο νεαρός δίπλα μου σηκώθηκε καθώς είχε φτάσει η σειρά του. Προτού προχωρήσει προς στο γραφείο μάλιστα, γύρισε και με ευχαρίστησε για τη βοήθεια που θεώρησε ότι του έδωσα. Στη συνέχεια - όχι από περιέργεια αλλά επειδή ο χώρος ήταν αρκετά ήσυχος και επειδή η υπάλληλος της τράπεζας ήταν αναλυτική και είχε διάθεση να βοηθήσει και να προτείνει – άκουσα τις λεπτομέρειες του ‘’προβλήματος’’. «Κοιτάξτε» του είπε… «η κατάθεση που σας έγινε ήταν 23€, μείον 3€ η προμήθεια άρα 20€. Στον λογαριασμό σας είχατε 19€, συν τα 20, σύνολο 39€. Αφού θέλετε να τα πάρετε όλα αλλά βιβλιάριο δεν έχετε τότε θα πρέπει να πάτε σε κάποιο ταμείο, να καταθέσετε 1€ και μετά να πάτε σε κάποιο ATM για να τα πάρετε και τα 40€. Νομίζω πως στο ένα από τα δύο δικά μας ATM έχει εικοσάευρα σήμερα».
Έσκυψα αμήχανα το κεφάλι και άφησα το μυαλό μου να περιπλανηθεί σε μια άλλη εποχή, στην Αθήνα του 5ου π.Χ αιώνα. Εκεί “είδα” εύπορους Αθηναίους να γίνονται χορηγοί και να καλύπτουν όλα τα έξοδα για τη διοργάνωση δραματικών αγώνων στο θέατρο, ή σε άλλες περιπτώσεις να χρηματοδοτούν την κατασκευή τριηρών – όλα αυτά για το κοινό καλό με τιμητικό αντάλλαγμα την κοινωνική καταξίωση. Μια κοινωνία στην οποία αυτοί που είχαν πολλά ενίσχυαν αυτούς που είχαν λίγα, και αισθάνονταν περηφάνια για αυτό. «Πώς τα αναποδογυρίσαμε όλα σήμερα;» σκέφτηκα «ώστε με κάθε τρόπο να ενισχύουμε αυτούς με τα πολλά και να απομυζούμε αυτούς με τα λίγα – για το κοινό καλό πάντα…»
Τις σκέψεις μου τις διέκοψε μετά από λίγο ο συγκεκριμένος νεαρός, ο οποίος βγαίνοντας από το γραφείο ξαναήρθε κοντά μου – αν και δεν ήμουν στον δρόμο του για την έξοδο από τη μικρή αίθουσα – με χαιρέτησε δια χειραψίας, με ευχαρίστησε πάλι και μου ευχήθηκε καλές γιορτές {το περιστατικό έλαβε χώρα στα μέσα Δεκεμβρίου}. Σηκώθηκα από την θέση μου για να τον χαιρετήσω και σκέφτηκα πως άξιζε όλον τον σεβασμό μου.
Δέκα λεπτά μετά, όταν και εγώ πήρα το δρόμο για την έξοδο από την τράπεζα, πέρασα αναγκαστικά από την άλλη αίθουσα – αυτή με τα ταμεία. Δεν γύρισα να κοιτάξω από ντροπή. Γιατί σκέφτηκα ότι εκεί περίμενε ένας άνθρωπος (με ποιος ξέρει πόσους μπροστά του) για να πάει να καταθέσει 1€. Και δεν ήταν η δική του αξιοπρέπεια που πληγόταν εκείνη την ώρα αλλά η δική μου και όλων των άλλων γύρω – έστω και ερήμην τους.
Αξιοπρέπεια. Έννοια υποτιμημένη ή πιο σωστά ξεχασμένη στην εποχή του ατομισμού και σπρωγμένη σαν ενοχλητικό σκουπιδάκι κάτω από το χαλάκι των οικονομικών δεικτών η αξιοπρέπεια. Έσφαλε άραγε ο Χατζιδάκις που την θεωρούσε ανώτερη ακόμα και από την ελευθερία;
“’Και τι να γίνει;’’ θα αναρωτηθεί κανείς. Μήπως - λέω μήπως - έτσι για να αρχίζαμε από κάπου, να ξανασκεφτούν κάποιοι ότι είναι άδικο να κρατάς 3€ από μια μικρή κατάθεση την ώρα που ως τραπεζικό σύστημα γενναιόδωρα παραφουσκώνεις τον ήδη φουσκωμένο λογαριασμό κάποιου άλλου; Θα ήταν μεγάλο το κακό αν σε αυτόν τον κάποιον άλλο απέδιδες 699.997€ αντί για 700.000 και δεν κρατούσες παράλληλα ούτε 1€ από μια κατάθεση π.χ. κάτω των 100€;
Βγήκα από την τράπεζα και γύρισα στο ‘’περίπου’’ να βρω την Ακρόπολη, μάλλον από ανησυχία μην και δεν στέκει πια εκεί. Τα μάτια μου πλημμύρισαν από σύγχρονο μπετόν… μόνο…


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Πες μας την γνώμη σου...