Η παιδεία δε φαίνεται στις γνώσεις αλλά στη συμπεριφορά.
έψαξε και βρήκε ο Γιάννης Καραίσκος
Μεγάλωσε, λένε, όλα τα αδέλφια του. Τέσσερα στον αριθμό κι ένας εκείνος, πέντε παρακαλώ. Έζησε πόλεμο, κακουχίες, πείνασε, αγάπησε, παντρεύτηκε κι έκανε τέσσερα παιδιά. Οι μεγαλύτερες αγάπες της ζωής του.
Αν τον έβλεπες, ποτέ σου δε θα φανταζόσουν τι είχε περάσει. Ευθυτενής, καμαρωτό περπάτημα, ψάθινο καπελάκι, χαμόγελο στα μάτια και καραμέλες στην τσέπη. Ποτέ δεν τον άκουσα να υψώνει τον τόνο της φωνής του. Όταν τον έπνιγε το δίκιο, γούρλωνε τα μάτια για να καταλάβεις πως έχει νεύρα. Μέχρι εκεί. Ακόμη κι αν δεν είχε λόγους να ξεσπάσει, πάντα του έδινε η γυναίκα του αρκετούς. Εκείνος, όμως, βράχος ακλόνητος, ο ορισμός της ηρεμίας και της καλοσύνης.
Τη δικαιολογούσε ακόμη και τις φορές που είχε ολοφάνερο άδικο. «Άστη. Έχει περάσει πολλά», έλεγε ο άνθρωπος που είχε περάσει περισσότερα. Μια μέρα, θέλοντας να δείξω πόσο με είχε εντυπωσιάσει γύρισα και είπα πόσο υπέροχος άνθρωπος είναι, παρόλο που είναι αμόρφωτος. Ακόμη, θυμάμαι το βλέμμα της μάνας μου. «Ο παππούς σου μπορεί να μην ξέρει πολλά γράμματα αλλά είναι ο πιο μορφωμένος άνθρωπος που ξέρω».
Ήταν αυτή της η πρόταση που έσκασε σαν χαστούκι στο πρόσωπό μου και με έκανε να καταλάβω τη διαφορά μεταξύ του αγράμματου και του αμόρφωτου. Βλέπεις, συνηθίσαμε να τα ταυτίζουμε.
Αγράμματος κι αμόρφωτος το ίδιο και το αυτό. Βάλαμε σε ένα τσουβάλι όσους δεν μπόρεσαν να μάθουν γράμματα, να γίνουν πρώτοι μαθητές, να σπουδάσουν, και σε ένα άλλο όσους φόρτωσαν τους τοίχους με πτυχία κι ακαδημαϊκές γνώσεις. Τους κατηγοριοποιήσαμε τους μεν, χαμηλά στην κοινωνική μας βαθμίδα και τους δε, ψηλά. Έτσι, μάθαμε να ορίζουμε την αξία των ανθρώπων. Από τα χαρτιά που συνέλλεξαν στη διαδρομή τους.
Συνέχισε την ανάγνωση εδώ...
έψαξε και βρήκε ο Γιάννης Καραίσκος
Μεγάλωσε, λένε, όλα τα αδέλφια του. Τέσσερα στον αριθμό κι ένας εκείνος, πέντε παρακαλώ. Έζησε πόλεμο, κακουχίες, πείνασε, αγάπησε, παντρεύτηκε κι έκανε τέσσερα παιδιά. Οι μεγαλύτερες αγάπες της ζωής του.
Αν τον έβλεπες, ποτέ σου δε θα φανταζόσουν τι είχε περάσει. Ευθυτενής, καμαρωτό περπάτημα, ψάθινο καπελάκι, χαμόγελο στα μάτια και καραμέλες στην τσέπη. Ποτέ δεν τον άκουσα να υψώνει τον τόνο της φωνής του. Όταν τον έπνιγε το δίκιο, γούρλωνε τα μάτια για να καταλάβεις πως έχει νεύρα. Μέχρι εκεί. Ακόμη κι αν δεν είχε λόγους να ξεσπάσει, πάντα του έδινε η γυναίκα του αρκετούς. Εκείνος, όμως, βράχος ακλόνητος, ο ορισμός της ηρεμίας και της καλοσύνης.
Τη δικαιολογούσε ακόμη και τις φορές που είχε ολοφάνερο άδικο. «Άστη. Έχει περάσει πολλά», έλεγε ο άνθρωπος που είχε περάσει περισσότερα. Μια μέρα, θέλοντας να δείξω πόσο με είχε εντυπωσιάσει γύρισα και είπα πόσο υπέροχος άνθρωπος είναι, παρόλο που είναι αμόρφωτος. Ακόμη, θυμάμαι το βλέμμα της μάνας μου. «Ο παππούς σου μπορεί να μην ξέρει πολλά γράμματα αλλά είναι ο πιο μορφωμένος άνθρωπος που ξέρω».
Ήταν αυτή της η πρόταση που έσκασε σαν χαστούκι στο πρόσωπό μου και με έκανε να καταλάβω τη διαφορά μεταξύ του αγράμματου και του αμόρφωτου. Βλέπεις, συνηθίσαμε να τα ταυτίζουμε.
Αγράμματος κι αμόρφωτος το ίδιο και το αυτό. Βάλαμε σε ένα τσουβάλι όσους δεν μπόρεσαν να μάθουν γράμματα, να γίνουν πρώτοι μαθητές, να σπουδάσουν, και σε ένα άλλο όσους φόρτωσαν τους τοίχους με πτυχία κι ακαδημαϊκές γνώσεις. Τους κατηγοριοποιήσαμε τους μεν, χαμηλά στην κοινωνική μας βαθμίδα και τους δε, ψηλά. Έτσι, μάθαμε να ορίζουμε την αξία των ανθρώπων. Από τα χαρτιά που συνέλλεξαν στη διαδρομή τους.
Συνέχισε την ανάγνωση εδώ...



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Πες μας την γνώμη σου...